εύρησις

εὔρησις, ἡ (Α)
εύρεση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὕρησις — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρήσει — εὕρησις fem nom/voc/acc dual (attic epic) εὑρήσεϊ , εὕρησις fem dat sg (epic) εὕρησις fem dat sg (attic ionic) εὑρίσκω find fut ind mid 2nd sg εὑρίσκω find fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρήσεις — εὕρησις fem nom/voc pl (attic epic) εὕρησις fem nom/acc pl (attic) εὑρίσκω find fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὕρησιν — εὕρησις fem acc sg εὑρίσκω find aor subj mid 2nd sg (epic) εὑρίσκω find aor subj act 3rd sg (epic) εὑρίσκω find aor subj mp 2nd sg (epic) εὑρίσκω find aor subj act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • REPERTIO — Graece Εὕρηςις, altera pars sacrorum Adonidis, de qua vide infra voce Thamuz …   Hofmann J. Lexicon universale

  • THAMUZ — idolum memoratum Ezechieli, c. 8. v. 14. Adonis erat, ut Hieronymus interpretatur, Com. in locum, et Epist. ad Paulinum, de institut. Monachi; Hinc Procopius quoque in Esai. c. 18. Ezechielis locum adducens, post θαμμοῦς addit ὅπερ ἐςὶ τὸν… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βρίσκω — και βρέσκω (AM εὑρίσκω) 1. συναντώ κάποιον ή κάτι που ζητούσα, ανταμώνω 2. ανακαλύπτω κάτι χαμένο 3. φθάνω σ αυτό που επιδίωκα 4. ανακαλύπτω τυχαία, συναντώ κατά τύχη 5. εφευρίσκω, επινοώ, μηχανεύομαι 6. έχω από παράδοση, αποκτώ από κληρονομιά 7 …   Dictionary of Greek

  • εὑρήσεως — εὑρήσεω̆ς , εὕρησις fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρήσῃ — εὑρήσηι , εὕρησις fem dat sg (epic) εὑρίσκω find fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.